Οι επενδύσεις και η ιδιωτική κατανάλωση παραμένουν οι κινητήριες δυνάμεις της σταθερής ανάπτυξης
Η ελληνική οικονομία θα διατηρήσει τη σταθερή της ανάπτυξη και θα συνεχίσει να υπερβαίνει τον μέσο όρο της ευρωζώνης το 2026. Η ανάπτυξη αναμένεται να παραμείνει δυναμική χάρη στην ανθεκτική εγχώρια ζήτηση. Πρώτον, η κατανάλωση των νοικοκυριών θα συνεχίσει να τροφοδοτείται από την αύξηση του πραγματικού εισοδήματος, η οποία υποστηρίζεται από τις φορολογικές μεταρρυθμίσεις και τη συγκράτηση του πληθωρισμού. Προβλέπεται περαιτέρω αύξηση του κατώτατου μισθού από τον Απρίλιο του 2026, με στόχο τα 950 ευρώ το 2027 (σε σύγκριση με 880 ευρώ το 2025). Το υψηλότερο από το αναμενόμενο πρωτογενές πλεόνασμα (δηλ. εξαιρουμένων των τόκων) θα προσφέρει επιπλέον δημοσιονομικό περιθώριο, με κύριο στόχο τη στήριξη της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών. Τον Σεπτέμβριο του 2025, ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε νέα επεκτατικά μέτρα, μεταξύ των οποίων και η προς τα κάτω αναθεώρηση των συντελεστών φόρου εισοδήματος. Επιπλέον, η αγορά εργασίας συνεχίζει να παρουσιάζει θετική πορεία· ο αριθμός των θέσεων εργασίας αυξάνεται και το ποσοστό ανεργίας μειώθηκε στο 8,2% το τρίτο τρίμηνο του 2025, το χαμηλότερο επίπεδο από το 2008. Επιπλέον, οι επενδύσεις αναμένεται να επιταχυνθούν, κυρίως χάρη στην εκταμίευση ευρωπαϊκών κονδυλίων, ιδίως στον κατασκευαστικό τομέα. Ο Μηχανισμός Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (το κύριο μέσο του NextGenerationEU), ο οποίος διαθέτει 36 δισεκατομμύρια ευρώ στην Ελλάδα, κατανεμημένα εξίσου μεταξύ επιχορηγήσεων και δανείων, θα εξασφαλίσει σταθερή ζήτηση σε τομείς όπως η κατασκευή υποδομών, οι τηλεπικοινωνίες και οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, δημιουργώντας παράλληλα θετικές εξωτερικές επιδράσεις που ενισχύουν το δυναμικό προϊόν. Μετά την έγκριση της έκτης αίτησης πληρωμής τον Οκτώβριο του 2025, ύψους 2,1 δισ. ευρώ σε επιχορηγήσεις, η Ελλάδα θα έχει λάβει το 65% των εν λόγω κονδυλίων κατά την παραλαβή τους, ενώ το υπόλοιπο θα καταβληθεί έως το τέλος του σχεδίου ανάκαμψης το 2026. Ομοίως, η σημαντική πρόοδος που έχει σημειωθεί στην υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στους τομείς της φορολογίας, της ευελιξίας της αγοράς, της μείωσης της γραφειοκρατίας και της απλοποίησης των διαδικασιών, καθώς και της εξυγίανσης των εταιρικών ισολογισμών, έχει συμβάλει στη σταθεροποίηση της εμπιστοσύνης των επενδυτών.
Επιπλέον, οι εξαγωγές αγαθών (πετρέλαιο, γεωργικά και φαρμακευτικά προϊόντα), κυρίως προς ευρωπαϊκούς εταίρους (σχεδόν 60%), αναμένεται να ανακτήσουν τη δυναμική τους χάρη στη σταδιακή ανάκαμψη της εξωτερικής ζήτησης. Δεδομένου ότι η Ελλάδα έχει μικρή άμεση έκθεση στην αγορά των ΗΠΑ, οι κίνδυνοι που συνδέονται με τους πρόσθετους δασμούς αφορούν περισσότερο την ανάκαμψη των κύριων ευρωπαϊκών εταίρων της που αντιμετωπίζουν μεγαλύτερη έκθεση, ιδίως της Ιταλίας και της Γερμανίας. Όσον αφορά τον τομέα των υπηρεσιών, η οικονομία θα συνεχίσει να επωφελείται από την ανθεκτικότητα του τουριστικού τομέα, ο οποίος συνέχισε να καταρρίπτει ρεκόρ το 2025. Σε σταθερές τιμές, τα έσοδα από τον τουρισμό αυξήθηκαν κατά 8,9% μεταξύ Ιανουαρίου και Αυγούστου του 2025 σε σύγκριση με το 2024, παρά τη συγκρατημένη αύξηση των διεθνών αφίξεων (4,1% έναντι μέσου όρου 16% κατά την ίδια περίοδο του 2024). Τέλος, η Ελλάδα κατέχει ηγετική θέση παγκοσμίως στον τομέα της μεταφόρτωσης, και καθώς οι εφοδιαστικές αλυσίδες αποκτούν περιφερειακό χαρακτήρα, ο ρόλος της Ανατολικής Μεσογείου ως κόμβου για το περιφερειακό εμπόριο αναμένεται να ενταθεί. Τον Νοέμβριο του 2025, οι Χούτι ανακοίνωσαν την αναστολή των επιθέσεών τους στην Ερυθρά Θάλασσα μετά την κατάπαυση του πυρός στη Γάζα. Η αποκλιμάκωση των εντάσεων στην περιοχή θα μπορούσε να οδηγήσει σε σταδιακή επανέναρξη της θαλάσσιας κυκλοφορίας μέσω της Διώρυγας του Σουέζ και, ως εκ τούτου, θα ωφελήσει την ελληνική ναυτιλία, η οποία έχει πληγεί τα τελευταία χρόνια από την εκτροπή των πλοίων γύρω από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας. Ωστόσο, η σταθερότητα της κατάστασης στην Ερυθρά Θάλασσα παραμένει εξαιρετικά εύθραυστη, γεγονός που καθυστερεί την επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση της κυκλοφορίας βραχυπρόθεσμα.
Τα δημόσια οικονομικά συνεχίζουν να ανακάμπτουν, αλλά οι εξωτερικές ανισορροπίες παραμένουν υψηλές
Αν και ο δείκτης χρέους της Ελλάδας εξακολουθεί να είναι ο υψηλότερος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ακολουθεί καθοδική πορεία και ενέχει περιορισμένους χρηματοδοτικούς κινδύνους μεσοπρόθεσμα. Η ευνοϊκή δομή του χρέους (το οποίο κατέχουν κυρίως δημόσιοι πιστωτές, με χαμηλά σταθερά επιτόκια και μακρές προθεσμίες αποπληρωμής) έχει μετριάσει τον αντίκτυπο της νομισματικής σύσφιξης τα τελευταία χρόνια και έχει μειώσει τις διαφορές απόδοσης σε σχέση με άλλα κρατικά ομόλογα. Τον Μάρτιο του 2025, η Moody’s ήταν ο τελευταίος από τους μεγάλους οίκους αξιολόγησης που αναβάθμισε την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας σε επενδυτικό βαθμό, απομακρύνοντάς την από την κατηγορία των κερδοσκοπικών ομολόγων για πρώτη φορά από το 2010, σε αντίθεση με τους άλλους κορυφαίους οίκους που είχαν ήδη προβεί σε αυτό το βήμα το 2023. Επιπλέον, η χώρα παρουσιάζει πρωτογενές πλεόνασμα από το 2022, το οποίο αναμένεται να υπερβεί το 2% του ΑΕΠ το 2026, μετά από αναθεώρηση προς τα πάνω από την κυβέρνηση στο 3,6% του ΑΕΠ το 2025. Η καλύτερη απόδοση των εσόδων κατέστη δυνατή κυρίως χάρη στις μεταρρυθμίσεις που αποσκοπούν στη μείωση της φορολογικής απάτης και στην αύξηση των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης που συνδέονται με τη δυναμική της αγοράς εργασίας. Η θετική πορεία αναμένεται να συνεχιστεί παρά το ασθενέστερο δημοσιονομικό ισοζύγιο λόγω της εισαγωγής επεκτατικών μέτρων που αποσκοπούν κυρίως στη στήριξη της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών, με εκτιμώμενο κόστος 1,8 δισ. ευρώ το 2026 (0,7% του ΑΕΠ). Παράλληλα, τα σημαντικά ταμειακά αποθέματα της κυβέρνησης (που αντιπροσωπεύουν πάνω από το 15% του ΑΕΠ) της επέτρεψαν να προπληρώσει τα δάνεια του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας 10 χρόνια πριν από την αρχική ημερομηνία λήξης του 2041, όπως προβλεπόταν στο πρώτο σχέδιο διάσωσης. Η μείωση των χρηματοδοτικών αναγκών της (κάτω από 8% του ΑΕΠ το 2025) και ο χαμηλός κίνδυνος αναχρηματοδότησης μετριάζουν τον κίνδυνο ρευστότητας. Επιπλέον, το τραπεζικό σύστημα πλησιάζει στο τέλος μιας μακράς διαδικασίας επούλωσης των πληγών που άφησε η κρίση του ευρώ. Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPL), ο οποίος έφτασε το 30% στα τέλη του 2020, βρίσκεται κάτω από το 3% από τα τέλη του 2024 και πλησιάζει σταδιακά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 2%.
Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αναμένεται να μειωθεί σταδιακά, αλλά θα παραμείνει υψηλό λόγω των αυξημένων επενδύσεων (τόσο δημόσιων όσο και άμεσων ξένων επενδύσεων), οι οποίες θα οδηγήσουν σε αύξηση των εισαγωγών. Η ισχυρή εγχώρια ζήτηση, τόσο για κατανάλωση όσο και για επενδύσεις, θα διατηρήσει το εμπορικό έλλειμμα (15% του ΑΕΠ το 2024) λόγω της εξάρτησης της χώρας από τις εισαγωγές βιομηχανικών προϊόντων. Ωστόσο, η επικρατούσα μείωση του κόστους εισαγωγής πρώτων υλών, η σταδιακή ανάκαμψη των ευρωπαϊκών οικονομιών και τα συσσωρευμένα οφέλη σε επίπεδο ανταγωνιστικότητας κατά την τελευταία δεκαετία αναμένεται να συμβάλουν στη βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου. Επιπλέον, η χώρα επωφελείται από πλεόνασμα στο ισοζύγιο υπηρεσιών (σχεδόν 10% του ΑΕΠ το 2024), το οποίο οφείλεται στα αυξημένα έσοδα από τον τουρισμό, αλλά μειώνεται εν μέρει από τις δραστηριότητες θαλάσσιων μεταφορών, οι οποίες συνεχίζουν να επηρεάζονται από τις διαταραχές της κυκλοφορίας στην Ερυθρά Θάλασσα.
Πολιτική σταθερότητα και συνεχιζόμενος διάλογος με την Τουρκία, αλλά οι εντάσεις παραμένουν
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης εξασφάλισε δεύτερη θητεία και άνετη πλειοψηφία στις εκλογές του Ιουνίου 2023. Το κεντροδεξιό, φιλελεύθερο κόμμα του, η Νέα Δημοκρατία (ΝΔ), κέρδισε με 40,6% των ψήφων και 158 από τις 300 έδρες στο Κοινοβούλιο, χάρη στις 50 επιπλέον έδρες που χορηγούνται στην πλειοψηφία. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης βρέθηκαν αποδυναμωμένα και κατακερματισμένα, ιδίως ο αριστερός ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος κατέγραψε το χαμηλότερο αποτέλεσμα για κύριο κόμμα της αντιπολίτευσης στη σύγχρονη ελληνική δημοκρατία (17,8% των ψήφων). Αν και η ΝΔ δεν πέτυχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα, η κυριαρχία της στην ελληνική πολιτική σκηνή επιβεβαιώθηκε στις ευρωεκλογές του Ιουνίου 2024, όταν απέκτησε προβάδισμα άνω του 13% έναντι του κύριου αντιπάλου της, του ΣΥΡΙΖΑ. Παρά την αποκάλυψη ενός σκανδάλου διαφθοράς που αφορούσε την κατάχρηση ευρωπαϊκών γεωργικών επιδοτήσεων μεταξύ 2016 και 2023, η έλλειψη αξιόπιστης αντιπολίτευσης θα επιτρέψει στην κυβέρνηση να παραμείνει στην εξουσία μέχρι τις επόμενες γενικές εκλογές, οι οποίες έχουν προγραμματιστεί για τα μέσα του 2027. Η κυβέρνηση θα είναι έτσι σε θέση να συνεχίσει την υλοποίηση του προγράμματος μεταρρυθμίσεων και εκσυγχρονισμού που υποστηρίζεται από την ΕΕ (ηλεκτροκίνηση του στόλου αυτοκινήτων, ψηφιοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών, βελτίωση των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού, ενεργειακή απόδοση στις κατοικίες). Το σιδηροδρομικό ατύχημα στο Τέμπι το 2023 και οι διαδοχικές τεράστιες πυρκαγιές έχουν καταστήσει τη βελτίωση των υποδομών και τη διαχείριση της πολιτικής προστασίας δύο από τις προτεραιότητές της. Επιπλέον, η κυβέρνηση θα πρέπει να επικεντρωθεί στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του πληθυσμού, προκειμένου να ανταποκριθεί στις ανησυχίες των πολιτών της.
Στο γεωπολιτικό μέτωπο, αναλαμβάνονται διπλωματικές πρωτοβουλίες για την άρση των εντάσεων με την Τουρκία μέσω τακτικών συναντήσεων μεταξύ ηγετών και πολιτικών. Οι συνομιλίες αφορούν μακροχρόνιες εδαφικές διαφορές στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, περιοχές πλούσιες σε ανεκμετάλλευτους ενεργειακούς πόρους. Οι άμεσες ανθρωπιστικές προσπάθειες της Ελλάδας για την παροχή βοήθειας στην Τουρκία μετά τον θανατηφόρο σεισμό του Φεβρουαρίου 2023 συνέβαλαν στην αποκατάσταση των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών. Η Τουρκία ακολούθησε το παράδειγμα και προσφέρθηκε επίσης να βοηθήσει την Ελλάδα στην καταπολέμηση των καταστροφικών πυρκαγιών κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 2024. Αυτή η προθυμία για συνεργασία είχε ήδη καταδειχθεί τον Δεκέμβριο του 2023 με την επίσκεψη του Τούρκου προέδρου στην Αθήνα, η οποία ολοκληρώθηκε με την υπογραφή διμερών συμφωνιών σε διάφορους τομείς, όπως ο τουρισμός (παράταση των τουριστικών βίζων για Τούρκους), η οικονομία (απόφαση για διπλασιασμό του εμπορίου τους στα 10 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ) και η μετανάστευση. Η κοινή ιδιότητα μελών του ΝΑΤΟ και οι θερμότερες σχέσεις με τις ΗΠΑ και από τις δύο πλευρές περιορίζουν τον κίνδυνο σύγκρουσης. Παρά τον συνεχιζόμενο διάλογο μεταξύ των δύο χωρών, η πρόοδος παραμένει σταδιακή και οι εντάσεις επιμένουν λόγω των επαναλαμβανόμενων αξιώσεων της Τουρκίας για εκμετάλλευση των πόρων φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο και για την απόσχιση της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου από τη Δημοκρατία της Κύπρου, η οποία είναι το μόνο κράτος που αναγνωρίζεται από τη διεθνή κοινότητα. Επιπλέον, η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την προσέγγιση, δεδομένης της ποικιλίας των αποκλινουσών θέσεων. Η αποφασιστικότητα της Ελλάδας να προχωρήσει στο έργο «Great Sea Interconnector», ένα έργο θαλάσσιας ηλεκτρικής διασύνδεσης με την Κύπρο και, στη συνέχεια, με το Ισραήλ, έχει αναζωπυρώσει τις τουρκικές διεκδικήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Η συνεδρίαση του Ελληνοτουρκικού Συμβουλίου Συνεργασίας Υψηλού Επιπέδου, η οποία είχε αρχικά προγραμματιστεί για τις αρχές του 2025, έχει αναβληθεί αρκετές φορές.

Ιταλία
Γερμανία
Κύπρος
Βουλγαρία
Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
Κίνα
Ιράκ
Ολλανδία